ἄγος

ἄγος
Grammatical information: n.
Meaning: `pollution, guilt, also `expiation' (Hdt.), ἄγεα τεμένη H. (Lesbian? Bechtel Dial. 1, 115).
Compounds: ἐν-αγής `under a curse, or pollution' (Hdt.)
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Mostly connected with Skt. ā́gas- n. `fault, sin', but the long vowel of Sanskrit is difficult. Explanation as psilotic form of *ἅγος belonging with ἅγιος preferred by Chantraine - Masson, FS Debrunner 85-107; but the psilosis is unexpected (not "so as to distinguish it from ἅγιος").
Page in Frisk: 1,14

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἁγός — ἀγός , ἀγός leader masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγός — leader masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄγος — any matter of religious awe neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άγος — Όροςμε τον οποίο οι αρχαίοι Έλληνες χαρακτήριζαν το μίασμα, την κατάρα, την οργή θεού που παρακολουθεί τον ένοχο ενός εγκλήματος. Εναγείς μπορούσαν να είναι όχι μόνο άντρες ή γυναίκες, αλλά και ολόκληρες πόλεις και κράτη εξαιτίας του εγκλήματος… …   Dictionary of Greek

  • αγός — Όροςμε τον οποίο οι αρχαίοι Έλληνες χαρακτήριζαν το μίασμα, την κατάρα, την οργή θεού που παρακολουθεί τον ένοχο ενός εγκλήματος. Εναγείς μπορούσαν να είναι όχι μόνο άντρες ή γυναίκες, αλλά και ολόκληρες πόλεις και κράτη εξαιτίας του εγκλήματος… …   Dictionary of Greek

  • ἄγει — ἄγος any matter of religious awe neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἄγεϊ , ἄγος any matter of religious awe neut dat sg (epic ionic) ἄγος any matter of religious awe neut dat sg ἄγω lead pres ind mp 2nd sg ἄγω lead pres ind act 3rd sg ἄ̱γει ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυπάταξ — άγος, ὁ, ἡ, Α αυτός που αντηχεί από τον θόρυβο, από ποδοκροτήματα χορευτών, από χειροκροτήματα θεατών («πολυπάταγα θυμέλαν», Πρατίν. Λυρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ* + παταξ, αγος (< πάταγος)] …   Dictionary of Greek

  • πυκνορράξ — ᾱγος, και πυκνόρραξ, αγος, και πυκνορρώξ, ῶγος, ὁ, Α αυτός που έχει πυκνές ρώγες. [ΕΤΥΜΟΛ. < πυκνός + ῥάξ / ῥώξ «ρώγα»] …   Dictionary of Greek

  • τεκνάρπα — αγος, ὁ, Μ αυτός που αρπάζει παιδιά, απαγωγέας παιδιών. [ΕΤΥΜΟΛ. < τέκνον + ἅρπαξ, αγος] …   Dictionary of Greek

  • υδράρπαξ — άγος, ὁ, Α είδος χρονομέτρου με νερό. [ΕΤΥΜΟΛ. < υδρ(ο) * + ἅρπαξ, αγος] …   Dictionary of Greek

  • ψιχάρπαξ — αγος, ὁ, Α (ως ονομασία ενός ποντικού στην Βατραχομυομαχία) αυτός που αρπάζει τα ψίχουλα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψίξ*, ψιχός «ψίχα» + ἅρπαξ, αγος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.